Γράφει ο Δρ Κωνσταντίνος Ζορμπάς
Γενικός Διευθυντής της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης και Πρόεδρος του Παγκρητίου Συνδέσμου Θεολόγων
Με αφορμή τις επερχόμενες επετειακές εκδηλώσεις από την επανακομιδή της Τιμίας Κάρας του Αγίου Αποστόλου Τίτου (15 Μαΐου 1966) καταθέτουμε σύντομες σκέψεις για τη σημασία τους σήμερα. Οι εορταστικές εκδηλώσεις δεν αποτελούν απλώς ένα γεγονός ιστορικής μνήμης, αλλά μια αφορμή βαθύτερου προβληματισμού για την πορεία του ανθρώπου και του πολιτισμού. Ιδιαίτερα επίκαιρη αναδεικνύεται η σκέψη που καταγράφεται στο αναμνηστικό Τεύχος του Περιοδικού «Απόστολος Τίτος» (Ηράκλειο, 1966, 88 σελίδες), μέσα από την προβληματική του μακαριστού Μητρ. Κισάμου και Σελίνου κυρού Ειρηναίου (Γαλανάκη), ο οποίος θέτει ένα καίριο ερώτημα: τι είδους πολιτισμό οικοδομούμε;
Ο Απόστολος Τίτος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου και πρώτος Επίσκοπος Κρήτης, δεν υπήρξε μόνο μια ιστορική μορφή των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Μέρος κι αυτός της περιόδου των Αποστολικών Πατερών, υπήρξε θεμελιωτής ενός τρόπου ζωής, όπου η πίστη συνδέεται άρρηκτα με την καθημερινότητα, την κοινωνική συνοχή και την πνευματική καλλιέργεια. Η παρουσία του στην Κρήτη και η παρακαταθήκη του συνιστούν έναν πυρήνα πολιτισμού που υπερβαίνει την υλική πρόοδο και χρήζει κι αυτός «λουτρού παλιγγενεσίας και ανακαινώσεως» (βλ. σχετικά την επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς τον Τίτο, 3:5).
Η περιπετειώδης ιστορία της Τιμίας Κάρας του Αγίου, από την απομάκρυνσή της κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας (1669) έως την επιστροφή της από τη Βενετία το 1966 (ύστερα από τις προσπάθειες του Οικουμενικού πατριάρχου κ. Αθηναγόρα Α’ και του Πάπα Παύλου του ΣΤ’, αποτυπώνει όχι μόνο ιστορικές συγκυρίες, αλλά και τη βαθιά ανάγκη ενός λαού να επανασυνδεθεί με τις πνευματικές του ρίζες. Η υποδοχή της στο Ηράκλειο αποτέλεσε μια συγκλονιστική στιγμή συλλογικής αυτογνωσίας.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Ειρηναίος Γαλανάκης, κατά την Προσφώνησή του στο επίσημο Δείπνο προς τον Σεβ. Καρδινάλιο Ιωάννη Ουρμπάνι, Πατριάρχου Βενετίας (1900-1969), το γεγονός αυτό δεν πρέπει να περιορίζεται σε έναν εορταστικό χαρακτήρα. Αντίθετα, καλεί σε έναν ουσιαστικό προβληματισμό για την κατεύθυνση της σύγχρονης κοινωνίας. Η χαρακτηριστική του διατύπωση είναι αποκαλυπτική: για να υπάρξει ένας «ισορροπημένος πολιτισμός», δεν αρκούν οι διπλωμάτες και οι τεχνικοί, χρειάζονται και οι άγιοι (σελ. 47)! Η φράση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια ηθική προτροπή, αλλά και μια συνολική θεώρηση του πολιτισμού. Σε μια εποχή όπου η τεχνολογική πρόοδος και η επιστημονική εξειδίκευση κυριαρχούν, ο κίνδυνος μονομέρειας είναι ορατός. Ο άνθρωπος μπορεί να κατακτήσει τον κόσμο εξωτερικά, αλλά να απολέσει την εσωτερική του ισορροπία. Ο πολιτισμός, χωρίς πνευματικό βάθος, κινδυνεύει να καταστεί απρόσωπος και, τελικά, απάνθρωπος. Κι αυτό ζητούμενο και στις ημέρες μας.
Η επανακομιδή της Τιμίας Κάρας του Αγίου Τίτου, κάτω από αυτό το πρίσμα, αποκτά έναν συμβολισμό που υπερβαίνει την ιστορία. Υπενθυμίζει ότι η πρόοδος δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνική ή οικονομική. Δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην αρχή της «ιδιονομίας της οικονομίας», δηλαδή της αυτονόμησης της οικονομίας από τις ζωτικές ανάγκες του ανθρώπου και της μετατροπής της σε αυτοσκοπό, όπως επισημάνθηκε στην Εγκύκλιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Ορθόδοξος Ακαδημία Κρήτης, 2016). Χρειάζεται να συνοδεύεται από «αγιότητα», βίωμα που εκφράζεται μέσα από την αγάπη, τη θυσία, την ταπείνωση και τη διακονία.
Ο Άγιος Τίτος, ως ποιμένας και πνευματικός οδηγός, ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη διάσταση. Η παρουσία του δεν σχετίζεται με δύναμη ή επιβολή, αλλά με τη μεταμόρφωση του ανθρώπου εκ των έσω. Και αυτή η μεταμόρφωση είναι που μπορεί να θεμελιώσει έναν πολιτισμό πραγματικά ισορροπημένο. Στο αναμνηστικό επετειακό Τεύχος αναδεικνύεται έντονα η αίσθηση ότι η επιστροφή της Τιμίας Κάρας δεν ήταν ένα τέλος, αλλά μια αρχή. Μια πρόσκληση προς την κοινωνία να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές της. Να μην αρκεστεί στην εξωτερική ανάπτυξη, αλλά να επενδύσει και στην εσωτερική καλλιέργεια του ανθρώπου.
Σήμερα, σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από την ταχύτητα, την πληροφορία και την τεχνοκρατία, η σκέψη αυτή καθίσταται ακόμη πιο επίκαιρη. Οι κρίσεις που βιώνουν οι σύγχρονες κοινωνίες, όπως αναδείχθηκαν στο πρόσφατο Φόρουμ Δελφών, όπως ηθικές, πολιτισμικές, υπαρξιακές (Delphi Economic Forum, 22-25 Απριλίου 2026) δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με τεχνικά μέσα. Απαιτούν ανθρώπους με πνευματικό βάθος, ηγέτες με ήθος και προσανατολισμό. Ζητείται επαναπροσδιορισμός!
Η επέτειος της επανακομιδής της Τιμίας Κάρας του Αγίου Αποστόλου Τίτου προσφέρει, λοιπόν, κάτι περισσότερο από μια ευκαιρία μνήμης. Προσφέρει ένα κριτήριο. Ένα μέτρο σύγκρισης για τον πολιτισμό που οικοδομούμε. Και μας καλεί να αναρωτηθούμε: είναι ο πολιτισμός μας ισορροπημένος; Συνδυάζει την πρόοδο με την πνευματικότητα; Την τεχνογνωσία με την αγιότητα; Ίσως η απάντηση να βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου δείχνει η μορφή του Αγίου Τίτου. Στην ενότητα του ανθρώπου. Στην αρμονία μεταξύ εξωτερικής δημιουργίας και εσωτερικής καλλιέργειας. Στην αναζήτηση ενός πολιτισμού που δεν θα περιορίζεται στο «έχειν», αλλά θα ολοκληρώνεται στο «είναι» (βλ. την ομιλία μας στο εορταστικό διήμερο για την Παιδεία του Δήμου Πλατανιά, με τίτλο «Ο Ειρηναίος Γαλανάκης μπροστά στις Νέες Τεχνολογίες», 24 Απριλίου 2026)!
Ας είναι μια ακόμη ευκαιρία η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης απευθυνόμενη σύσσωμη προς τον κόσμο των πνευματικών ανθρώπων της Κρήτης, αλλά και «εις πάντα Κρήτα χριστιανόν» (βλ. Συνοδική Εγκύκλιο, σελ. 5-6), να εκφρασθεί η ποθούμενη ενότητα, όπως τουλάχιστον αυτή αναφέρεται στο παραπάνω επετειακό Τεύχος. Στην αναλυτική Έκθεση του Σεβ. Μητρ. Κρήτης Ευγενίου προς την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Αθηναγόρα τονίζεται εντόνως (σημείο 2 και σημείο 3) ότι με το ιστορικό αυτό γεγονός προήχθη «η ενότητα των σεβάσμιων Εκκλησιών Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και συνέβαλε στην προώθησιν αυτής», ο δε μοναχός Long, Αντιπρόσωπος της Γραμματείας για την ενότητα των χριστιανών της Αγίας Έδρας, σημείωνε «Έχει πολύ προωθηθή εν τη Εκκλησία της Κρήτης το πνεύμα της ενότητος». Περιγράφει μάλιστα ο υπογράφων την Έκθεση και το εξής περιστατικό: «Ο π. Scarpa, ως προανέφερον, εις το γεύμα εν τη ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη, βαθύτατα συγκινημένος, ηυχήθη υπέρ της ενότητος ειπών, μεταξύ άλλων, ‘Ένωσιν (όχι όμως Φλωρεντίας, αλλά εν αγάπη)’, καταχειροκροτηθείς» (σελ. 38).
Βρισκόμαστε σε μία δύσκολη περίοδο της ιστορίας του κόσμου και της Κρήτης, περίοδο συγχύσεως πραγμάτων. Ο πειρασμός των εύκολων λόγων παρήλθε. Είθε η Εκκλησία της Κρήτης, θυγατέρα της Μητέρας Εκκλησίας, του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, να ακούσει, όπως το πράττει πάντοτε, τη φωνή της συνειδήσεως, της ιστορίας, των παθημάτων και των σφαλμάτων, συμβάλλοντας με τη δική της φωνή στην ενότητα της Εκκλησίας και τη μαρτυρία των λόγων και των έργων του Αποστόλου Τίτου. Η παρούσα ώρα είναι ώρα της Χριστιανικής Ορθοδόξου Κρήτης για μια παγχριστιανική και παγκόσμια Διακονία.



Leave a Reply