Του Ανδρέα Αλεξόπουλου – Εκπαιδευτικού Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και Μεταδιδακτορικού Ερευνητή στο Τμήμα Θεολογίας ΕΚΠΑ.
Ακούστε το Άρθρο:
Ο λόγος περί ταπεινοφροσύνης ίσως να φαίνεται αυτονόητος στο πλαίσιο της Ορθόδοξης πνευματικότητας, αλλά, με μία δεύτερη ανάγνωση, είναι αρκετά παράδοξος και αμφίσημος. Παράδοξος άμα σκεφτούμε τις εξωφρενικές δηλώσεις της χριστιανικής διδασκαλίας, όσες αφορούν τον άνθρωπο. Ας αναφέρουμε επί τροχάδην μερικές από αυτές: Ἐγὼ εἶπα· θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες» (Ψαλμ. 81, 6), μία φράση που την επαναλαμβάνει ο ίδιος ο Χριστός στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο (10, 34-35) ή «γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως» (Β΄ Πετρ. 1,4) ή «οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐὰν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα (ενν. όμοιοι με τον Χριστό που θα φανερωθεί στην μέλλουσα δόξα του), ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι» (Α΄ Ιω. 3,2) και «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» (Γεν. 1,26). Από τη μία δηλαδή, η θεολογία μας διδάσκει ότι ο άνθρωπος εικονίζει τον Θεό, τοποθετώντας τον έτσι στο ύψιστο βάθρο των δημιουργημάτων, ότι έχει την κλήση να γίνει και ο ίδιος θεός και, από την άλλη, εξαίρει συνεχώς την ταπεινοφροσύνη. Πώς γίνεται αυτό; Πώς συνδυάζονται αυτά τα δύο; Πώς λες σε έναν «κλητό» θεό, σε ένα ον που εικονίζει την ίδια τη θεότητα, ότι πρέπει να ταπεινοφρονεί; Μήπως παραλογιζόμαστε; Μπορεί κάποιος να συγκρατήσει αυτά τα δύο ταυτόχρονα: και τη θεϊκή του κλήση και τιμή, μαζί με την ταπεινοφροσύνη, χωρίς να διχαστεί ή χωρίς να καταρρεύσει υπό το βάρος της αντίθεσης; Πέρα από την παραδοξότητα αυτήν, ο λόγος περί ταπεινοφροσύνης είναι και αμφίσημος, διότι εύκολα μπορεί να παρερμηνευτεί, οδηγώντας μας στις επικίνδυνες ατραπούς μιας μαζοχιστικής πνευματικότητας που εξαγιάζει νοσηρές συμπεριφορές και αντιλήψεις που καταρρακώνουν τον άνθρωπο, αποστραγγίζουν τη χαρά της ζωής και εκμηδενίζουν την αυτοεκτίμηση, τον αυτοσεβασμό, καταχωνιάζουν τα ταλέντα του, τα χαρίσματά του και τη δυναμική του. Εύκολα η χριστιανική ζωή, με πρόταγμα την ταπεινοφροσύνη, μπορεί να εννοηθεί ως «άδειασμα του εαυτού μας», προκειμένου, δήθεν, «να χωρέσει ο Θεός». Αυτό το τελευταίο είναι, κατά τη γνώμη μου, η μέγιστη, πιο ύπουλη και μακράν η πιο καταστροφική παρανόηση.
Ας το ξεκαθαρίσουμε ευθύς εξ αρχής, το σχήμα αυτό: «αδειάζω από τον εαυτό ή από το εγώ, για να χωρέσει ο Θεός ή ο άλλος» ακυρώνει τη θεολογική ανθρωπολογία. Ο Χριστιανικός Θεός δεν είναι κάποιο «θείο απρόσωπο», αλλά είναι ένας τριαδικός Θεός που διατηρεί την ενότητά του (ο Θεός είναι ένας), χωρίς να αναιρεί την τριαδικότητά του (τρία Πρόσωπα). Η ετερότητα των τριαδικών Προσώπων είναι ακατάλυτη και αδιάπτωτη, κάτι το οποίο σημαίνει πως η ενότητα του τριαδικού Θεού δεν απορροφά σε καμία περίπτωση τη διαφορετικότητα. Η ετερότητα εντάσσεται εντός της αιωνίας ζωής του τριαδικού Θεού, ως κάτι το πρωταρχικό και όχι ως δευτερογενές υποπροϊόν της θείας ενότητας. Ο Δημιουργός λοιπόν του σύμπαντος κόσμου είναι ακριβώς αυτός ο Τριαδικός Θεός, ο οποίος όχι μόνο χαίρεται με την ετερότητα, τη διαφορά, την ποικιλία, αλλά, ως Δημιουργός, εξασφαλίζει τις ίδιες τις προϋποθέσεις ύπαρξης πλασμάτων διαφορετικών από αυτόν. Άρα, λοιπόν, ο Τριαδικός Θεός δεν επιθυμεί και δεν έχει ανάγκη «να μας καταπιεί», προκειμένου να «χωρέσει», δεν ζητάει την εκμηδένιση του εαυτού μας (και των ενεργημάτων αυτού: των επιθυμιών, των σκέψεων, των επιλογών και των κρίσεων), ακριβώς επειδή ως ο Τριαδικός Δημιουργός «δίνει χώρο» για να υπάρξει η ετερότητα. Έχει καταντήσει θεολογικό και ποιμαντικό κλισέ η φράση «μείωσε το εγώ σου για να χωρέσει ο άλλος», αλλά αν ο άλλος εξαρχής ζητάει να εισβάλλει και να καταλάβει τον προσωπικό μου χώρο, τότε σαφώς και δεν ενδιαφέρεται για μία αληθινή και ισότιμη σχέση, αλλά μάλλον για μία σχέση ομηρίας και καταπίεσης, για μία σχέση τραυματική και κακοποιητική, που εγώ θα λειτουργώ περισσότερο σαν ναρκισσιστική του προέκταση. Αυτά πρέπει να τονίζονται ειδικά στον Ορθόδοξο χώρο που έχει δεινοπαθήσει από το φαινόμενο του «γεροντισμού», όπου ως ταπεινοφροσύνη επαινείται η άνευ όρων παράδοση των σκέψεων, των κρίσεων, των επιλογών και των επιθυμιών μου στη διάκριση κάποιου «φωτισμένου». Με τον τρόπο αυτόν η ταπεινοφροσύνη εκφυλίζεται σε καθήλωση στην ανωριμότητα, σε άρνηση ανάληψης της ευθύνης του εαυτού μου, κάτι το οποίο όχι μόνο δεν οδηγεί σε αληθινές αγαπητικές σχέσεις, αλλά, τουναντίον σε σχέσεις εξάρτησης και αμφίπλευρης εκμετάλλευσης.
Ενώ, λοιπόν, ο θεολογικός λόγος αναφερόμενος στην ταπεινοφροσύνη οφείλει να εξαλείψει αυτήν την αμφισημία, από την άλλη οφείλει να σεβαστεί και να τηρήσει ως κόρη οφθαλμού το μυστήριο της παραδοξότητας, για το οποίο κάναμε λόγο παραπάνω. Ο χριστιανικός λόγος περί ταπεινοφροσύνης εκφέρεται, απαρέγκλιτα, εντός αυτού του παραδόξου και όχι εις βάρος του, επειδή φανερώνει κάτι από την παραδοξότητα της ανθρώπινης συνθήκης: μιλώντας για ταπεινοφροσύνη δεν μιλάμε για μία επιμέρους αρετή, αλλά για την ίδια την ανθρώπινη συνθήκη. Για τον λόγο αυτό η ταπεινοφροσύνη συνιστά «ανθρωπολογικό ρεαλισμό». Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα» Θεού, με κλήση να κοινωνήσει στη ζωή του τριαδικού Θεού. Όπως μπορούμε να ανακαλέσουμε από την αφήγηση της Γένεσης, ο Θεός τοποθετεί τον άνθρωπο στην Εδέμ, στον «παράδεισο της τρυφής», δηλαδή στον κήπο των απολαύσεων. Άπλωσε μπροστά του ολόκληρη τη δημιουργία για να την χαρεί, να εργαστεί δημιουργικά σε αυτήν και να την φυλάει. Δηλαδή δημιούργησε τον άνθρωπο για μια ζωή χαράς, απόλαυσης, δημιουργικότητας και ευθύνης, για μια ζωή ευλογημένη. Παρόλα αυτά του έθεσε και έναν Νόμο, ένα Όριο: να μην φάει από το «ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού». Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες, ακολουθώντας τον καθηγητή Παλαιάς Διαθήκης Σταύρο Καλαντζάκη[1], η φράση «ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού» παραπέμπει στην «παντογνωσία» και την «παντοδυναμία». Στην ουσία η εντολή είχε να κάνει με την φαντασίωση της παντοδυναμίας και της παντογνωσίας, δηλαδή με την ψευδαίσθηση της ισοθεΐας. Με την εντολή αυτή ο Θεός συγκρατούσε τον άνθρωπο στα όρια της αλήθειας της ανθρώπινης συνθήκης του.
Ο Δημιουργός λοιπόν του σύμπαντος κόσμου είναι ακριβώς αυτός ο Τριαδικός Θεός, ο οποίος όχι μόνο χαίρεται με την ετερότητα, τη διαφορά, την ποικιλία, αλλά, ως Δημιουργός, εξασφαλίζει τις ίδιες τις προϋποθέσεις ύπαρξης πλασμάτων διαφορετικών από αυτόν. Άρα, λοιπόν, ο Τριαδικός Θεός δεν επιθυμεί και δεν έχει ανάγκη «να μας καταπιεί», προκειμένου να «χωρέσει», δεν ζητάει την εκμηδένιση του εαυτού μας (και των ενεργημάτων αυτού: των επιθυμιών, των σκέψεων, των επιλογών και των κρίσεων), ακριβώς επειδή ως ο Τριαδικός Δημιουργός «δίνει χώρο» για να υπάρξει η ετερότητα.
Αυτό το Όριο-Νόμο είχε ως σκοπό να κρατήσει τον άνθρωπο εντός της πραγματικότητας και εντός της ευθύνης της επιθυμίας του. Ο Νόμος υπενθύμιζε στον άνθρωπο ακριβώς το ότι είναι άνθρωπος και όχι Θεός, μάλιστα περιόριζε την επιθυμία ώστε να μην μετατραπεί σε «αδηφαγία», σε ακόρεστη βουλιμία, κάτι το οποίο θα οδηγούσε στην τυραννική καθυπόταξη των πάντων και στη γενικευμένη βία, που έχει ως κίνητρο την εκμηδένιση του άλλου και την υποταγή του συνανθρώπου και του κόσμου στις ορέξεις μου. Στην ουσία ο Νόμος ήταν η προϋπόθεση της ενηλικίωσης, της ώριμης, υπεύθυνης επιθυμία, που προστάτευε τον άνθρωπο από τις φαντασιώσεις ενός αυτό-θεοποιημένου ολοκληρωτισμού, τουτέστιν από την υπόνοια ότι «εγώ είμαι το Όλον, το Άπαν. Όλα τα άλλα και όλοι οι άλλοι είναι απλώς προεκτάσεις και αντικείμενα της βούλησης της ισχύος μου». Ας μη ξεχνάμε ότι όλα «παίχτηκαν» γύρο από τον θάνατο, από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι θνητός. Ο θάνατος ήταν στον πυρήνα του πειρασμού του όφεως: αν φάτε από το δέντρο, θα ξεγελάσετε τον θάνατο, θα γίνεται ίσοι με τον θεό, αυτή ήταν η δαιμονική του υποβολή. Αποτελεί μόνιμο πειρασμό του ανθρώπου να κλείνει τα μάτια στην πραγματικότητα της θνητής και εύθραυστης υπόστασής του και να προσπαθεί να αποδράσεις μέσω της φαντασίωσης από την αλήθειά του. Τέτοιες φαντασιώσεις βέβαια δεν είναι αθώες, εξάλλου το ειδεχθέστερο κακό στην ιστορία φοράει πάντα τον μανδύα του θεϊκού μεγαλείου. Οι πλέον αιμοσταγείς δικτάτορες θεωρούν τον εαυτό τους «θεό επί γης», αλλά και το κοπάδι των ακολούθων τους και των υποστηρικτών τους αναζητά την ιδιοποίηση αυτού του θεϊκού μεγαλείου που υπερβαίνει τον θάνατο, μέσω ταύτισης με τον εκάστοτε χαρισματικό ηγέτη. Υπό αυτήν την οπτική η ταπεινοφροσύνη συγκρατεί τον άνθρωπο από ψευδαισθήσεις που αρνούνται την ίδια την ανθρωπιά του (μαζί με την ανθρωπιά των άλλων), αλλά και περιορίζει την επιθυμία του ώστε αυτή να υπηρετεί τη ζωή και όχι τις δυνάμεις του θανάτου.
Το παράδοξο αυτό, μάλιστα, αφορά την ίδια τη δυναμική του ευαγγελικού μηνύματος, που ανατρέπει τις συμβατικές ιεραρχήσεις και τις δικές μας κλίμακες ανωτερότητας και κατωτερότητας. Γι’ αυτήν τη δυναμική κάνει λόγο και ο απόστολος Παύλος προβάλλοντας ως ανθρωπολογικό πρότυπο και παράδειγμα τον Χριστό, στην προς Φιλιππησίους επιστολή (2, 4-11):
Ας μη φροντίζει ο καθένας σας μόνο για ό,τι ενδιαφέρει τον εαυτό του, αλλά και για ό,τι ωφελεί τους άλλους.
Να υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που είχε κι ο Ιησούς Χριστός,
ο οποίος, αν και ήταν Θεός,
δε θεώρησε την ισότητά του με το Θεό αποτέλεσμα αρπαγής,
αλλά τα απαρνήθηκε όλα,
και πήρε μορφή δούλου·
έγινε άνθρωπος·
και όντας πραγματικός άνθρωπος
ταπεινώθηκε θεληματικά
υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού.
Γι’ αυτό και ο Θεός τον ανέβασε πολύ ψηλά
και του χάρισε το όνομα που είναι πάνω απ’ όλα τα ονόματα.
Έτσι, στο όνομα του Ιησού
όλα τα επουράνια, τα επίγεια και τα υποχθόνια θα προσκυνήσουν,
και κάθε γλώσσα θα ομολογήσει
ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός, για να δοξάζεται έτσι ο Θεός Πατέρας.
Σε αυτόν το πρωτοχριστιανικό υμνολογικό αριστούργημα οι δύο αυτές πλευρές της ευαγγελικής δυναμικής συνταιριάζονται στο πρόσωπο του Χριστού. Η «κένωση» του Χριστού, η θεληματική του ταπείνωση, η ενσάρκωση του με τη «μορφή δούλου» και ο εξευτελιστικός του σταυρικός θάνατος είναι έκφραση της θείας του δόξας, της κοσμικής κυριότητάς του επί των πάντων. Ο Χριστός με την ενσάρκωση παίρνει τη μορφή δούλου, «κενώνεται» και κατεβαίνει στα βάραθρα του εξευτελισμού με τον σταυρικό του θάνατο. Από την άλλη όμως αντικρίζουμε, στον ίδιο ύμνο, τον Χριστό εξυψωμένο στη δόξα της κοσμικής κυριότητας επί των καταχθονίων, των επουρανίων και των επιγείων. Αυτές οι δύο, αντιφατικές κατά τα φαινόμενα, κινήσεις δεν είναι διαδοχικές, αλλά συγχρονικές. Δηλαδή ο Χριστός, ο ενσαρκωμένος Υιός του Πατρός, στην κένωσή του δεν άφησε τη θεότητά του στην άκρη, δεν έπαυσε για λίγο να είναι Θεός μέχρι να εκπληρώσει την αποστολή του. Τουναντίον, είναι ο Θεός που έγινε άνθρωπος παραμένοντας Θεός. Σε αυτό ακριβώς συνίσταται το μυστήριο της Ενσάρκωσης. Την παντοκρατορική του κυριότητα δεν την απώλεσε στην αποστολή του εντός της ιστορίας, αλλά την εξέφρασε ως σταυρική αγάπη: όντας Κύριος κατήλθε στα κατώτατα όρια του εξευτελισμού, υπομένοντας τον σταυρικό θάνατο. Ο σταυρός, λοιπόν, είναι η ίδια δόξα, η ίδια κυριότητα, ιδωμένη αλλιώς, ως ενσάρκωση της πατρικής αγάπης. Το ίδιο συμβαίνει και με την ταπεινοφροσύνη: όπως ο Χριστός εκφράζει το μεγαλείο του και την παντοκρατορική του δύναμη όχι τυραννικά και εξουσιαστικά, αλλά θυσιαστικά, έτσι και ο άνθρωπος καλείται να εκπληρώσει την αξιοπρέπεια του «κατ’ εικόνα» και τη θεϊκή του κλήση αγαπητικά, μέσω του άλλου και όχι εις βάρος του άλλου. Όπως η κένωση του Χριστού δεν αναίρεσε τη δόξα του, έτσι και η ταπεινοφροσύνη δεν αναιρεί την αξιοπρέπεια και την αξία μου, τη δική μου και του άλλου.
Ένας σοβαρός θεολογικός λόγος περί ταπεινοφροσύνης μας αφορά άμεσα, σε όλα τα επίπεδα και είναι όσο ποτέ επίκαιρος. Αυτό αποδεικνύεται από την «αμυντικότητα» και την «απόγνωση» που χαρακτηρίζει σε αρκετές περιπτώσεις τον σύγχρονο εκκλησιαστικό λόγο. Εξηγούμαι: η Ζυστίν Λακρουά και ο Ζαν-Υβ Πρανσέρ, στο βιβλίο τους με τον αποκαλυπτικό τίτλο: Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι, άραγε, μόνο για τους αφελείς[2]; σκιαγραφούν το σκεπτικό πολλών νοσταλγών των «παλιών καλών εποχών» με τα παρακάτω λόγια: «Τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως κάποιοι υποστηρίζουν, καλλιέργησαν μια διάθεση θυματοποίησης, ανώριμη και εγωιστική, βάσει της οποίας τα άτομα απαιτούν συνεχώς δικαιώματα, χωρίς όμως να είναι διατεθειμένα να εκπληρώσουν τα αντίστοιχα καθήκοντα. Σύμφωνα με το εν λόγω επιχείρημα της αποσύνδεσης από την κοινωνία, το άτομο που γαλουχείται με την ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χαρακτηρίζεται από έλλειψη κοινωνικότητας: μοιάζει με κακομαθημένο και κλαψιάρικο παιδί που θέλει όλοι να αναγνωρίσουν τις ιδιοτροπίες του ως δικαιώματα, ενώ το ίδιο αρνείται να αναλάβει οποιαδήποτε υποχρέωση». Πολλοί συνάνθρωποί μας λοιπόν πιστεύουν πως έχουμε περάσει σε έναν διαφορετικό «ανθρωπότυπο», σε ένα διαφορετικό «ανθρωπολογικό πρότυπο»: αυτό του εγωκεντρικού νάρκισσου που εγείρει καινοφανή και εξωφρενικά θέματα αυτοπροσδιορισμού και ταυτότητας και έχει το θράσος να αμφισβητεί φυσικές σταθερές και όρια προκειμένου να θρέψει τον σαθρό εγωισμό του. Έτσι, λοιπόν, αρκετοί οπαδοί του κοινωνικού, κυρίως όμως του πολιτικού αυταρχισμού (βλ. Πούτιν, Τραμπ, φονταμενταλιστικό Ισλάμ κ.λπ.) επισείουν το φόβητρο της «woke agenda», η οποία στη φαντασία τους έχει πάρει τις διαστάσεις συνωμοσίας που απειλεί τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνίας, αλλά και της φυσικής τάξης.
Σε αυτό ακριβώς συνίσταται το μυστήριο της Ενσάρκωσης. Την παντοκρατορική του κυριότητα δεν την απώλεσε στην αποστολή του εντός της ιστορίας, αλλά την εξέφρασε ως σταυρική αγάπη: όντας Κύριος κατήλθε στα κατώτατα όρια του εξευτελισμού, υπομένοντας τον σταυρικό θάνατο. Ο σταυρός, λοιπόν, είναι η ίδια δόξα, η ίδια κυριότητα, ιδωμένη αλλιώς, ως ενσάρκωση της πατρικής αγάπης.
Αυτήν, λοιπόν, την ρητορική της «πολιτισμικής» ή, μάλλον, «ανθρωπολογικής» απόγνωσης την έχει, λίγο ως πολύ, ενστερνιστεί και ο κηρυγματικός λόγος της Εκκλησίας, ο οποίος δεν διστάζει να στιγματίζει κυρίως τις νέες γενιές, ως «ναρκισσιστές» ή εγωκεντρικούς «δικαιωματιστές». Αν λάβουμε δε υπόψη μας ότι η εκκοσμίκευση προελαύνει ακάθεκτη και το ποίμνιο αραιώνει, ο εκκλησιαστικός λόγος υιοθετεί μία αμυντική στάση, ρίχνοντας το βάρος στις «πονηρές εποχές» και στις «σύγχρονες γενιές», χρησιμοποιώντας διάφορες θεολογικές κοινοτυπίες, τελείως μετέωρες στην αοριστολογία τους, όπως το ότι ο σημερινός άνθρωπος έχει πάψει να είναι «πρόσωπο» και έχει εκφυλιστεί σε «άτομο» και άλλα τέτοια παρεμφερή. Τώρα, όσον αφορά εμένα, μου προκαλεί μεγάλη απορία πώς και με ποιον τρόπο κάποιος μπορεί να μετρήσει την «προσωπότητα» ή μη ενός ανθρώπου και με βάση ποια στοιχεία μπορούμε να ομαδοποιούμε στιγματίζοντας εκατομμύρια ανθρώπους ως «νάρκισσους». Ο χαρακτηρισμός δε του «ναρκισσισμού» όχι μόνο δεν βοηθάει την κατάσταση, αντιθέτως θολώνει ακόμα περισσότερο το τοπίο, καθότι παραποιούμε μία κλινική κατηγορία, αυτήν της «ναρκισσιστικής διαταραχής», συγχέοντας την με ένα ηθικό ή πνευματικό πρόβλημα, αυτό της «φιλαυτίας» ή «υπερηφάνειας» ή «κενοδοξίας». Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο απαξιώνουμε ηθικά όλους όσους εντάσσουμε στην αόριστη κατηγορία «σύγχρονος άνθρωπος», αλλά, επιπροσθέτως, τους «παθολογικοποιούμε», επειδή δεν πείθονται από τον εκκλησιαστικό λόγο και από τις δικές μας αντιλήψεις.
Με βάση τα όσα είπαμε περί ταπεινοφροσύνης, το ζήτημα δεν είναι να συνταχθούμε ως χριστιανοί άκριτα και ασυζητητί με όλες τις απαιτήσεις των καιρών. Το ζήτημα είναι να συνομιλήσουμε με το σήμερα έντιμα, χωρίς ηθικισμούς και δαιμονοποιήσεις, χωρίς ταμπού και «προκάτ» απαντήσεις. Μπορεί να μην συμβαδίζουν όλα τα αιτήματα του «σύγχρονου ανθρώπου» με τη χριστιανική διδασκαλία, αλλά δεν είναι και όλα άκυρα ή δαιμονικά. Ίσα ίσα, αρκετές αξιώσεις περί κοινωνικής δικαιοσύνης, αξιοπρέπειας, συμπερίληψης και ορατότητας είναι στο κέντρο της χριστιανικής ανθρωπολογίας και αφορούν την ίδια την ισότητα και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων, αμετάκλητων, δηλαδή, χαρακτηριστικών, της «κατ’ εικόνα» δημιουργίας του ανθρώπου. Εξάλλου πώς απαιτούμε από τους άλλους να φύγουν από τον «εγωκεντρισμό» τους όταν εμείς οχυρωνόμαστε σε αξιώσεις αλάνθαστης αυθεντίας και κατοχής της απόλυτης αλήθειας περί των πάντων;
[1] Σταύρος Καλαντζάκης, Η Θεολογία της Δημιουργίας στην Παλαιά Διαθήκη, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Γράφημα, 2016.
[2] Justine Lacroix, Jean-Yves Pranchère, Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι, άραγε, μόνο για τους αφελείς, Αθήνα, Πόλις, 2022.
_________________________

Ανδρέας Αλεξόπουλος
O Δρ. Ανδρέας Αλεξόπουλος είναι Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Τμήμα Θεολογίας ΕΚΠΑ.



Leave a Reply