Ακούστε το άρθρο:
3 Δεκεμβρίου 2025
Κρυσταλλία Λατσάρα
8 λεπτά χρόνος Ανάγνωσης
Το Αποστολικό Γράμμα «In Unitate Fidei» που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2025 με αφορμή την 1700ή επέτειο της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, γνωστής και ως Σύνοδος της Νίκαιας από τον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, έρχεται στο φως σε μια κρίσιμη στιγμή για τον Παγκόσμιο Χριστιανισμό. Οι Εκκλησίες έχουν κληθεί να επαναξιολογήσουν τις δυνατότητες, καθώς και τα όρια του οικουμενικού διαλόγου. Παράλληλα, οι πιστοί συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο ότι η ενότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω ενός θεσμικού μηχανισμού. Το κείμενο του Ποντίφικα αυτοπροσδιορίζεται ως έκκληση για επιστροφή, όχι στις διαμορφώσεις της αρχαίας Εκκλησίας, αλλά εκεί απ’ όπου προέρχεται η χριστιανική ταυτότητα, όπως εκείνη διατυπώνεται στο Σύμβολο της Νίκαιας.
Κατά τη διάρκεια αυτής της Συνόδου, τέθηκαν τα θεμέλια για το Σύμβολο της Πίστεως, επιβεβαιώνοντας τη θεία φύση του Χριστού. Η διδασκαλία του Άρειου, η οποία και καταδικάστηκε στην Σύνοδο, ήθελε τον Χριστό ως κτίσμα του Πατρός, αρνούμενος έτσι τη θεική Του φύση. Στη Νίκαια, διασφαλίστηκε η διδασκαλία περί της τέλειας θεικής αλλά και της τέλειας ανθρώπινης φύσης Του. Η επιστολή τονίζει τη σημασία αυτής της κοινής πίστης για τη χριστιανική ενότητα και τη συνέχιση του διαλόγου μεταξύ Καθολικών και Ορθόδοξων Εκκλησιών, παρόλες τις επιφυλάξεις που εξακολουθούν να υπάρχουν σε ορισμένους ορθόδοξους κύκλους. Αυτή η πρωτοβουλία συμπίπτει χρονικά με μια εξίσου ιστορική στιγμή, καθώς ακολουθήθηκε από την επίσκεψη του Πάπα στην Κωνσταντινούπολη, την έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία υπογραμμίζει τη δέσμευση για συνεργασία μεταξύ των δύο Εκκλησιών.
Το κεντρικό επιχείρημα της επιστολής είναι ότι το Σύμβολο της Πίστεως παραμένει το πιο θεμελιώδες οικουμενικό κείμενο που διαθέτουν οι Εκκλησίες. Είναι ένα στοιχείο «κοινής κληρονομιάς» που προηγείται όλων των μεταγενέστερων διαιρέσεων. Ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ καλεί τους Χριστιανούς να ανακαλύψουν ξανά αυτή την ενότητα που είναι βαρύνουσας σημασίας, την οποία ήδη μοιράζονται μέσω του Βαπτίσματος. Εστιάζοντας στο Σύμβολο της Πίστεως και όχι σε ζητήματα δικαιοδοσίας, πρωτείου ή εκκλησιαστικών δομικών ζητημάτων, το κείμενο παραλείπει σκόπιμα αμφιλεγόμενες απόψεις. Δεν προτείνει επιστροφή σε κάποια κατάσταση πριν από το 1054, ούτε υποστηρίζει την αποδοχή του τρέχοντος κατακερματισμού των Εκκλησιών. Αντίθετα, οραματίζεται ένα συμφιλιωμένο μέλλον που καθίσταται δυνατό μέσω του διαλόγου, της αμοιβαίας ανταλλαγής και του θεραπευτικού έργου μέσω του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η προσέγγιση είναι στενά ευθυγραμμισμένη με τις αρχές του Οικουμενισμού της Προσλήψεως (“Receptive Ecumenism”), σύμφωνα με τον οποίο, η πρόοδος στον χριστιανικό διάλογο δεν προέρχεται από την προσπάθεια αλλαγής του άλλου, αλλά από την προθυμία κάθε παράδοσης να δεχτεί από τον άλλον.
Ο Οικουμενισμός της Προσλήψεως, μπορεί να περιγραφεί ως η νοοτροπία του να χρειάζεται ο ένας τον άλλον για να μπορέσει η κάθε πλευρά να παραμείνει ο εαυτός της, επιδιώκοντας την ενότητα μέσω της ταπεινότητας και της κοινής εξερεύνησης ενώπιον του Θεού. Είναι μια οπτική του Οικουμενισμού που ρωτά «τι μπορώ να λάβω από τον άλλον», αντί για «τι μπορώ να διδάξω στον άλλον». Για τον Οικουμενισμό της Προσλήψεως, η αμοιβαία συναίνεση δεν είναι υποχρεωτική, εφόσον υπάρχει θέληση για επικοινωνία και ανταλλαγή. Δίνει έμφαση στο άνοιγμα, πρώτα προς τον Θεό και μετά προς τον άλλον.
Ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ καλεί τους Χριστιανούς να ανακαλύψουν ξανά αυτή την ενότητα που είναι βαρύνουσας σημασίας, την οποία ήδη μοιράζονται μέσω του Βαπτίσματος. Εστιάζοντας στο Σύμβολο της Πίστεως και όχι σε ζητήματα δικαιοδοσίας, πρωτείου ή εκκλησιαστικών δομικών ζητημάτων, το κείμενο παραλείπει σκόπιμα αμφιλεγόμενες απόψεις. Δεν προτείνει επιστροφή σε κάποια κατάσταση πριν από το 1054, ούτε υποστηρίζει την αποδοχή του τρέχοντος κατακερματισμού των Εκκλησιών.
Η επιστολή του Πάπα βρέθηκε στο προσκήνιο προσελκύοντας ουδέτερη κριτική, καθώς, σύμφωνα με ορισμένους αναγνώστες, υπονοεί την «ακύρωση» του Filioque (και εκ του Υιού εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος). Στην εν λόγω επιστολή, αναγνωρίζεται ρητά ότι το Filioque ήταν μια μεταγενέστερη προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο διατηρεί μια συνέπεια με τις διδασκαλίες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η διατύπωση του Συμβόλου της Πίστεως χωρίς το Filioque στο «In Unitate Fidei» δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως κάποιου είδους θεολογικός «κλονισμός», αλλά ούτε και ως κάποια προκλητική έκπληξη. Αντίθετα, αντανακλά την αναγνώριση από την Καθολική Εκκλησία ότι το Σύμβολο της Πίστεως στην αρχέγονη μορφή του μπορεί να χρησιμεύσει ως προνομιακό σημείο για τις Εκκλησίες στην αμοιβαία τους προσπάθεια για ενότητα.
Ο Οικουμενισμός της Προσλήψεως, μπορεί να περιγραφεί ως η νοοτροπία του να χρειάζεται ο ένας τον άλλον για να μπορέσει η κάθε πλευρά να παραμείνει ο εαυτός της, επιδιώκοντας την ενότητα μέσω της ταπεινότητας και της κοινής εξερεύνησης ενώπιον του Θεού.
Μέσα στο κείμενο, υπάρχει η ισχυρή έκκληση να «αφήσουμε πίσω τις θεολογικές διαμάχες που έχουν χάσει τον λόγο ύπαρξής τους». Την ίδια στιγμή, αν διαβαστεί επιφανειακά, θα μπορούσε να υποβαθμίσει ζητήματα που παραμένουν έγκυρα στο πλαίσιο του διαλόγου μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Μια προσεκτική ανάγνωση αποκαλύπτει ότι ο Ποντίφικας δεν παροτρύνει τις Εκκλησίες να εγκαταλείψουν το έργο που έχει γίνει έως τώρα και από τις δυο μεριές, αλλά να κάνουν ένα βήμα παραπάνω από τις μορφές που έπαιρναν κάποτε αυτές οι διαμάχες. Αυτό που πρέπει να αφεθεί πίσω δεν είναι τα δύσκολα δογματικά ερωτήματα, αλλά οι αμυντικές στάσεις και οι κληρονομημένες έχθρες που εμπόδισαν τις εκκλησίες να προσεγγίσουν αυτά τα ζητήματα με ανοιχτό μυαλό και εμπιστοσύνη κατά τη διάρκεια της ιστορίας τους. Το ύφος της επιστολής είναι συμφιλιωτικό, ποιμαντικό και στοχεύει στη διαμόρφωση της κατάλληλης ατμόσφαιρας στην οποία μπορεί να ανθίσει ένας σοβαρός θεολογικός Διάλογος.
Από την οπτική του Οικουμενισμού της Προσλήψεως, η πιο σημαντική πτυχή του «In Unitate Fidei» είναι η καθιέρωση μιας λογικής αμοιβαίων ανταλλαγών. Το Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο περιγράφεται εδώ ως «δώρο της Νίκαιας», γίνεται ένα ουσιαστικό στοιχείο για μια τέτοιου είδους ανταλλαγή. Λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης από το οποίο τα χριστιανικά δόγματα μπορούν να διακρίνουν ποιες πτυχές της αποστολικής πίστης έχουν διατηρήσει, ποιες πτυχές έχουν ίσως υποτιμήσει και ποια δώρα θα μπορούσαν να λάβουν από τον άλλον για να εμβαθύνουν την παράδοσή τους. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία καλείται έμμεσα να μάθει από την Ορθόδοξη μαρτυρία της συνοδικότητας. Αυτή η δυναμική υποδοχής, εφόσον δεν γίνεται αντιληπτή ως διαπραγμάτευση ή συμβιβασμός, είναι απολύτως συνεπής με το εκκλησιολογικό όραμα του Οικουμενισμού της Προσλήψεως.
Μια προσεκτική ανάγνωση αποκαλύπτει ότι ο Ποντίφικας δεν παροτρύνει τις Εκκλησίες να εγκαταλείψουν το έργο που έχει γίνει έως τώρα και από τις δυο μεριές, αλλά να κάνουν ένα βήμα παραπάνω από τις μορφές που έπαιρναν κάποτε αυτές οι διαμάχες. Αυτό που πρέπει να αφεθεί πίσω δεν είναι τα δύσκολα δογματικά ερωτήματα, αλλά οι αμυντικές στάσεις και οι κληρονομημένες έχθρες που εμπόδισαν τις εκκλησίες να προσεγγίσουν αυτά τα ζητήματα με ανοιχτό μυαλό και εμπιστοσύνη κατά τη διάρκεια της ιστορίας τους.
Το κείμενο ενθαρρύνει κάθε παράδοση να διατυπώσει τις πεποιθήσεις της χωρίς δυσπιστία, υποθέτοντας ότι η ειλικρινής αυτοέκφραση δεν αποτελεί απειλή για την ενότητα, αλλά προϋπόθεσή της. Την ίδια στιγμή, το έγγραφο αποφεύγει να υιοθετήσει ένα ύφος δογματικού μινιμαλισμού. Δεν υπονοείται ότι η ενότητα μπορεί να επιτευχθεί αγνοώντας τις διαφορές ή παραμένοντας προσκολλώμενοι σε πνευματικά κοινά σημεία. Αντίθετα, αντιλαμβάνεται την ενότητα ως μια διαδικασία στην οποία υπάρχει σαφήνεια σχετικά με την ταυτότητα του ενός, δεκτικότητα στην ταυτότητα των πολλών και μια κλήση προς μεταμόρφωση που αφορά όλους. Η έμφαση στον ρόλο του Αγίου Πνεύματος στη διατήρηση και ανανέωση της χριστιανικής ενότητας είναι στην προκειμένη περίπτωση ιδιαίτερα σημαντική, διότι επισημαίνει πως η ενότητα δεν είναι μόνο προϊόν ανθρώπινης ανταλλαγής, αλλά ένα δώρο που μπορεί να ληφθεί με ταπεινότητα.
Τελικά, το In Unitate Fidei αξίζει μια ανάγνωση χωρίς καμία προσωπική προκατάληψη. Καθιερώνει την αναζήτηση της χριστιανικής ενότητας μέσα σε ένα πλαίσιο κοινής πίστης, μνήμης καθώς και ευθύνης, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει όλες τις Εκκλησίες να προσεγγίσουν η μία την άλλη ως φορείς της χάριτος. Ο τόνος του είναι συμφιλιωτικός χωρίς να είναι αμφιλεγόμενος, ενώ ο θεολογικός του ορίζοντας είναι ευρύς μέχρι ένα βαθμό. Αντί να εστιάζει σε αναλύσεις για τις σημαντικές διαφορές μέσα σε λίγες σελίδες, το έγγραφο, παρέχοντας «τροφή για σκέψη» σε όλους τους Χριστιανούς στους οποίους απευθύνεται, προσκαλεί σε αλληλεπίδραση με βάση αυτές τις διαφορές μέσα από ένα ανανεωμένο πνεύμα δεκτικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η επιστολή δεν είναι απλώς μια εορταστική χειρονομία με αφορμή την επέτειο της Συνόδου της Νίκαιας, αλλά μια γνήσια συμβολή στο συνεχές ταξίδι προς την ενότητα.
__________________________
Κρυσταλλία Λατσάρα
Η Κρυσταλλία Λατσάρα είναι Υποψήφια Διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι, στον Τομέα της Οικουμενικής Θεολογίας.




Leave a Reply