Ἥκεις πλανῆτιν πρὸν νομὴν ἐπιστρέφων
Τὴν ἀνθοποιόν, ἐξ ἐρημαίων λόφων,
Ἡ τῶν ἐθνῶν ἔγερσις, ἀνθρώπων φύσιν·
Ῥώμην βιαίαν τοῦ βροτοκτόνου σβέσαι
Ἀνὴρ φανείς τε καὶ Θεὸς προμηθείᾳ.
Σὺ Χριστέ, ἡ ἀνάσταση τῶν ἐθνῶν,ἦρθες γιὰ νὰ ἐπαναφέρεις τὴν πλανεμένη φύση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ ἔρημα βουνά (τῆς ἁμαρτίας) σὲ λιβάδι πλούσιο σὲ ἄνθη (τῆς εὐσεβείας). Καὶ γιὰ νὰ ἀφανίσεις μὲ τὴν πρόνοιά σου τὴ βίαιη καὶ τυραννικὴ δύναμη τοῦ ἀνθρωποκτόνου διαβόλου, φανερούμενος ὡς τέλειος ἄνθρωπος καὶ Θεός.
Το πανέμορφο αυτό τροπάριο της ογδόης ωδής του ιαμβικού κανόνα των Χριστουγέννων ζωγραφίζει, με σκηνογραφική ζωντάνια, την ριζική μεταβολή η οποία έλαβε χώρα στην ανθρώπινη φύση με την Ενανθρώπηση. Η μετάβαση έγινε από την ερημιά στην τροφή, από την περιπλάνηση στην εγκατάσταση, από την κατάσταση θύματος στην δύναμη. Το βίωμα της μοναξιάς είναι πάντα οδυνηρό, αλλά ιδιαίτερα όταν έχεις χάσει τον δρόμο σου προστίθενται ο φόβος και η απελπισία. Αυτό υποσημαίνεται από την αναφορά του τροπαρίου σε μια περιπλάνηση που γίνεται στα τυφλά.
Η έλλειψη τροφής στην ερημιά γίνεται τυραννική. Ο ύμνος επιχειρεί εντυπωσιακή αντίθεση με την ιλαρότητα του ανθισμένου τοπίου, η οποία υπονοεί ανθρώπινη παρουσία και φροντίδα. Υπάρχει «νομή», φαγητό.
Η αναφορά στην βίαιη δύναμη εκείνου που επιζητεί τον θάνατο των ανθρώπων υπενθυμίζει την δική μας ανημπόρια μπροστά σε ένα ον το οποίο οντολογικά είναι υψηλότερης τάξεως από την δική μας. Αλλά η ισχύς του διαβόλου «σβήνει», κατά τον υμνογράφο, όταν εμφανίζεται το πρωτοφανές θέαμα Κάποιου που φέρει μαζί θεϊκή και ανθρώπινη φύση.
Γενικά η παραστατικότητα της υμνογραφίας καθιστά πιο προσιτές τις θεολογικές αλήθειες. Αν στην μια πλευρά βρίσκεται η βιβλική και πατερική θεολογία που διατυπώνουν έννοιες, ενώ στην άλλη η εικονογραφία ως «γλώσσα» κατανοητή και από τους απλούστερους, στο μέσον στέκεται η υμνογραφία η οποία αποδίδει τις υψηλές αλήθειες με γλώσσα ποιητική. Τουλάχιστον αυτό προοριζόταν να κάνει. Στην εποχή μας παραμένει προνόμιο των ολίγων που κατανοούν το αρχαίο ιδίωμα, αποξενωμένη πια από το ευρύ σώμα των πιστών.
Αλλά δεν είναι μόνο η γλώσσα. Ο όρθρος εν γένει, συντεταγμένος κατά τα πρότυπα του μοναστικού τυπικού, συνεπώς προσλαμβανόμενος από ειδικό εκκλησίασμα κατά τα βυζαντινά χρόνια, έχοντας μεταφυτευθή σήμερα στις ενορίες του εικοστού πρώτου αιώνα, παραμένει σαν ξένο σώμα. Λίγοι τον ακούν, ελάχιστοι τον κατανοούν. (Ειδικά η ογδόη ωδή ούτε καν διαβάζεται. Το συγκεκριμένο τροπάριο παραμένει εντελώς άγνωστο ακόμη και σε μορφωμένους πιστούς).
Προφανώς το θέμα μας στο άρθρο αυτό δεν είναι η συμμετοχή στη Λατρεία. Διακυβεύεται κάτι πολύ πιο πυρηνικό: η επίγνωση και βίωση της Ενανθρώπησης. Πώς λειτουργεί στις συνειδήσεις του σήμερα η «μητρόπολις των εορτών»; Πόσο επιδραστική παραμένει η Σάρκωση του Θεού Λόγου για τους πιστούς;
Γενικά η παραστατικότητα της υμνογραφίας καθιστά πιο προσιτές τις θεολογικές αλήθειες. Αν στην μια πλευρά βρίσκεται η βιβλική και πατερική θεολογία που διατυπώνουν έννοιες, ενώ στην άλλη η εικονογραφία ως «γλώσσα» κατανοητή και από τους απλούστερους, στο μέσον στέκεται η υμνογραφία η οποία αποδίδει τις υψηλές αλήθειες με γλώσσα ποιητική. Τουλάχιστον αυτό προοριζόταν να κάνει.
Για τις μεγάλες μάζες των εκτός Εκκλησίας ή των χαλαρά συνδεδεμένων με αυτή, τα Χριστούγεννα αποτελούν μιας ευκαιρία χαλάρωσης και τόνωσης της αγοράς. Όντως η διακόσμηση, η μουσική, τα δώρα, οι οικογενειακές συνάξεις κτλ προσφέρουν ψυχική ανανέωση – εξαιρούνται βέβαια οι μοναχικοί, των οποίων η ψυχική κατάσταση μάλλον επιδεινώνεται. Ως προς το πνευματικό νόημα της γιορτής έχω την εντύπωση πως η πλειονότητα της κοινωνίας βλέπει στην ιστορία της Γέννησης την ταπείνωση του Ιησού, ένα μήνυμα ειρήνης, μια ειδυλλιακή πινελιά που υπενθυμίζεται κάθε χρόνο μήπως και συγκινήσει τις σκληρυμένες μας καρδιές, και ιδίως των πολιτικών ηγετών της ανθρωπότητας.
Αλλά το καίριο ερώτημα τίθεται για όσους συγκροτούν το εκκλησιαστικό Σώμα και αγωνίζονται για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συνέπεια. Επ’ αυτού οι παρατηρήσεις μου θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν στα εξής:
– Ο ξέφρενος ρυθμός της Χριστουγεννιάτικης αγοράς δεν αφήνει ανεπηρέαστους τους πιστούς. Είτε με τρόπους αθέλητους, όπως ο «πυρετός» για τα αναγκαία δώρα, είτε με ηθελημένη «αποπλάνηση» από το κλίμα κατανάλωσης και ευζωίας, η πνευματική προετοιμασία για τη γιορτή «επιμολύνεται» από το κλίμα της αγοράς.
– Φυσιολογικές δεσμεύσεις της εποχής μας, όπως οι εορταστικές μετακινήσεις προς/από την επαρχία, οι εργασιακές υποχρεώσεις και οι δραστηριότητες των παιδιών κ.ά. δεν αφήνουν περιθώρια για συμμετοχή στις ακολουθίες (κάτι που παρατηρείται επίσης και την Μεγάλη Εβδομάδα). Οι Μεγάλες Ώρες των Χριστουγέννων και η παραμονή με τον Εσπερινό τελούνται σε εργάσιμες μέρες. Ανήμερα στην εορτή όσοι προσέρχονται στη Λειτουργία ακούν μόνο το Ευαγγέλιο με την προσκύνηση των μάγων, διότι τα προηγούμενα γεγονότα αναφέρθηκαν στο Ευαγγέλιο του Όρθρου. Για τις προφητείες ούτε λόγος, αφού διαβάστηκαν στις Μεγάλες Ώρες και στον Εσπερινό. Ουσιαστικά η επαφή με τα κείμενα όσων εκκλησιάζονται μόνο ανήμερα είναι μηδαμινή. Τα περίφημα καθίσματα («Δεύτε ίδωμεν, πιστοί» κ.ά.) βρίσκονται νωρίς στον Όρθρο, αφού στα μοναστήρια του Βυζαντίου ήσαν όλοι οι μοναχοί ήδη συγκεντρωμένοι στο ναό. Με αυτά όλα γίνεται ακόμη πιο φανερή η ανάγκη για προσαρμογή των εν γένει εορταστικών ακολουθιών με τόλμη και φαντασία προκειμένου να γίνουν συμβατές με τον σύγχρονο άνθρωπο. (Και, φυσικά, πάντα παραμένει ως καμβάς το αίτημα για μετάφραση στη νέα ελληνική).
– Αλλά, κάτι πιο ουσιαστικό, το περιεχόμενο της οντολογικής αλλοίωσης της ανθρώπινης φύσης εξαιτίας της Ενανθρώπησης μοιάζει ακόμη απρόσιτο. Ο μέσος και συστηματικά εκκλησιαζόμενος πιστός μοιάζει ανήμπορος να αρθρώσει τι έλαβε χώρα κατά την Σάρκωση του Θεού Λόγου, να διατυπώσει με απλά λόγια το «ασυγχύτως και αδιαιρέτως» των δύο φύσεων, να εξαγάγει συμπεράσματα για τη ζωή του εξ αυτού. Οι περισσότεροι βλέπουν τον Χριστό ως πατέρα, όχι ως πρωτότοκο αδελφό, και συνεπώς αγνοούν τα της Υιοθεσίας. Φαντάζονται την σωτηρία ως κάτι που δόθηκε «εξωτερικά» λόγω της καλωσύνης του Χριστού, και όχι ως αποτέλεσμα της μετοχής στην θεότητά Του. Εκλαμβάνουν την αγιότητα ως προσωπικό επίτευγμα αρετής λόγω του πνευματικού αγώνα, και όχι ως μετάγγιση Χάριτος από τον Ενανθρωπήσαντα (εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός), μια μετάγγιση που καθίσταται εφικτή μόνο εξαιτίας της οργανικής ένωσης των δύο φύσεων. Ακόμη και η πλειονότητα των κληρικών, όταν λειτουργούν αισθάνονται ότι απευθύνονται στον Χριστό και όχι στον Πατέρα (συνεργούσης εδώ και της παρουσίας του Εσταυρωμένου πίσω από την Αγία Τράπεζα), αγνοώντας ότι ο Χριστός είναι που στέκεται στη θέση τους και προσφέρει την Ευχαριστία στον Πατέρα Του μέσα από το δικό τους στόμα και τα δικά τους χέρια.
– Όλα αυτά συνιστούν καρπούς της άγνοιας σχετικά με την Ενανθρώπηση και αποκαλύπτουν το βαθύ θεολογικό έλλειμμα στην Εκκλησία μας. Χιλιάδες κληρικοί μας είναι θεολόγοι αλλά με μεγάλη δυσκολία μπορεί κάποιος να βρει μια ομάδα μελέτης Αγίας Γραφής ή Πατερικών κειμένων σε ενορίες μεγάλων πόλεων (για την επαρχία δεν συζητούμε καν). Αλλά και εκεί όπου υπάρχουν είναι αμφίβολο ποια θεολογία διδάσκεται.
– Τέλος, κατέστη πρόσφατα μέλημά μας να συμπίπτει το Ορθόδοξο Πάσχα με των Καθολικών και την ίδια στιγμή οι Ορθόδοξοι αδυνατούμε να γιορτάσουμε όλοι μαζί τα Χριστούγεννα!
Ο μέσος και συστηματικά εκκλησιαζόμενος πιστός μοιάζει ανήμπορος να αρθρώσει τι έλαβε χώρα κατά την Σάρκωση του Θεού Λόγου, να διατυπώσει με απλά λόγια το «ασυγχύτως και αδιαιρέτως» των δύο φύσεων, να εξαγάγει συμπεράσματα για τη ζωή του εξ αυτού. Οι περισσότεροι βλέπουν τον Χριστό ως πατέρα, όχι ως πρωτότοκο αδελφό, και συνεπώς αγνοούν τα της Υιοθεσίας. Φαντάζονται την σωτηρία ως κάτι που δόθηκε «εξωτερικά» λόγω της καλωσύνης του Χριστού, και όχι ως αποτέλεσμα της μετοχής στην θεότητά Του. Εκλαμβάνουν την αγιότητα ως προσωπικό επίτευγμα αρετής λόγω του πνευματικού αγώνα, και όχι ως μετάγγιση Χάριτος από τον Ενανθρωπήσαντα (εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός), μια μετάγγιση που καθίσταται εφικτή μόνο εξαιτίας της οργανικής ένωσης των δύο φύσεων.
Αυτή η σύντομη περιδιάβαση στις αντιφάσεις του Ορθοδόξου πληρώματος, κλήρου και λαού, δεν μειώνει σε τίποτε το μεγαλείο της εορτής. Μάλλον το αναδεικνύει, αφού ο Χριστός δεν αποστράφηκε την ατέλεια και αμαρτωλότητά μας προκειμένου να μάς καταστήσει αδέλφια Του, έτσι ώστε να κληρονομήσουμε μαζί Του τον πλούτο της θεότητάς Του. Παρά τις αντιφάσεις και μιζέριες, τους ανταγωνισμούς και τις διαιρέσεις, την επιφανειακότητα και την αστάθεια, ο Ιησούς δεν ντρέπεται να θεωρείται ίσος μας και δεν κουράζεται να σηκώνει τα μανίκια για να αφαιρεί το δηλητήριο από τη σάρκα μας.
Και πάλι ο ιαμβικός κανόνας διαθέτει την περιγραφή. Προσέξτε την κινηματογραφική δύναμη όταν περιγράφει έναν Θεό που βγαίνει μέσα από τις πύλες εκείνες όπου ήλιος δεν πιάνει ποτέ.
Ἶσος προῆλθες τοῖς βροτοῖς ἑκουσίως,
Ὕψιστε, σάρκα προσλαβὼν ἐκ Παρθένου
Ἰὸν καθάραι τῆς δρακοντείας κάρας,
Ἄγων ἅπαντας πρὸς σέλας ζωηφόρον
Θεὸς πεφυκώς ἐκ πυλῶν ἀνηλίων.
Ὦ Ὕψιστε, ἔλαβες μὲ τὴ θέλησή σου σάρκα καὶ γεννήθηκες ἀπὸ τὴν Παρθένο ἴσος μὲ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μᾶς καθαρίσεις ἀπὸ τὸ φαρμάκι τοῦ διαβόλου καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσεις ὅλους, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι φύσει Θεός, ἀπὸ τὶς σκοτεινὲς πύλες (τῆς ἁμαρτίας) πρὸς τὸ ζωηφόρο φῶς (τῆς ἀλήθειας).
_________________
π. Βασίλειος Θερμός
Ο Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Βασίλειος Θερμός είναι Ψυχίατρος παιδιών και Εφήβων, Πρώην Καθηγητής της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών.




Leave a Reply