Υπάρχει μια παράξενη αλαζονεία που έχει ριζώσει στον δημόσιο διάλογο. Η πεποίθηση ότι μια ανάρτηση αρκεί για να αντικαταστήσει μια δικογραφία, ότι ένα πρωτοσέλιδο μπορεί να υποκαταστήσει μια δικαστική απόφαση, ότι η ένταση της κατακραυγής είναι από μόνη της απόδειξη αλήθειας.
Δεν είναι έτσι.
Η Δικαιοσύνη δεν είναι δημοσκόπηση. Δεν λειτουργεί με likes, με hashtags ή με τον αριθμό των κοινοποιήσεων. Λειτουργεί με αποδείξεις, διαδικασίες και κανόνες που υπάρχουν ακριβώς για να προστατεύουν όλους, ακόμη και εκείνους που η κοινή γνώμη έχει ήδη αποφασίσει να απορρίψει.
Κι όμως, κάθε φορά που ξεσπά μια μεγάλη υπόθεση, επαναλαμβάνεται το ίδιο έργο. Η πληροφορία μετατρέπεται σε βεβαιότητα. Η υποψία γίνεται ετυμηγορία. Η καταγγελία αντιμετωπίζεται ως τελική απόφαση. Και όποιος τολμήσει να υπενθυμίσει ότι υπάρχουν στάδια, δικαιώματα και τεκμήρια, βαφτίζεται ύποπτος, συνένοχος ή απολογητής.
Δεν μας αρκεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Θέλουμε να προηγηθεί η δημόσια διαπόμπευση. Θέλουμε την ηθική καταδίκη πριν από τη νομική κρίση, γιατί αυτή μας προσφέρει κάτι που το δικαστήριο δεν μπορεί να προσφέρει: την αίσθηση της άμεσης δικαίωσης και της προσωπικής ανωτερότητας.
Έτσι, το πλήθος μεταμορφώνεται σε σώμα ενόρκων χωρίς ευθύνη. Οι πλατφόρμες γίνονται αυτοσχέδιες αίθουσες δικαστηρίων. Και η οργή αποκτά το κύρος της απόφασης χωρίς να έχει περάσει ποτέ από τη βάσανο της απόδειξης.
H υπόθεση για παράδειγμα Λιγνάδη δεν αφορά πλέον μόνο τον Λιγνάδη.
Αφορά όλους μας.
Γιατί αν είμαστε ειλικρινείς, πριν από κάθε δικαστική κρίση, πριν από κάθε κατάθεση, πριν από κάθε αποδεικτική διαδικασία, ένα τεράστιο κομμάτι της κοινωνίας είχε ήδη αποφασίσει.
Διαβάζαμε πρωτοσέλιδα, «αποκαλύψεις», τηλεοπτικά πάνελ, αναρτήσεις και δημόσιες καταγγελίες και πιστεύαμε ότι η υπόθεση είχε λήξει. Δεν περιμέναμε τη Δικαιοσύνη. Θέλαμε απλά τη σκηνή της εκτέλεσης.Θέλαμε θέαμα στο Κολοσσαίο.
Για ένα ολόκληρο τμήμα της αντιπολιτευτικής δημοσιογραφίας της περιόδου της πανδημίας αλλά και του λαού που ήταν οπαδός της, η υπόθεση Λιγνάδη υπήρξε η μεγάλη φαντασίωση: να μετατραπεί μια ποινική υπόθεση σε πολιτικό Βατερλώ της κυβέρνησης Μητσοτάκη, σε πολιτική του εξόντωση..
Δεν τους ενδιέφερε ο Λιγνάδης. Αν ο Λιγνάδης δεν ήξερε τον Μητσοτάκη δεν θα του έδιναν σημασία.
Τους ενδιέφερε ο Λιγνάδης ως γέφυρα για να φτάσουν στην Μενδώνη, η Μενδώνη ως γέφυρα για να φτάσουν στο Μαξίμου και το Μαξίμου ως τρόπαιο πολιτικής ταπείνωσης.
Έτσι λειτούργησε ένα τμήμα του πολιτικού ρεπορτάζ της επιχήσ,έτσι λειτούργησαν συγκεκριμένα μέσα, έτσι λειτούργησε ένας ολόκληρος μηχανισμός ηθικής υπεροχής που είχε ήδη προεξοφλήσει το αποτέλεσμα πριν ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία.
Κάποτε οι κοινωνίες έκαιγαν μάγισσες στις πλατείες για να ξορκίσουν το κακό.
Σήμερα ανεβάζουν posts.
Κάποτε ο λαός συνωστιζόταν γύρω από την εξέδρα της εκτέλεσης.
Σήμερα συνωστίζεται κάτω από μια ανάρτηση και υπερθεματίζει.
Η τεχνολογία άλλαξε.
Η επιθυμία παραμένει ίδια.
Η ηδονή της εν πομπή εξόντωσης μεταμφιέστηκε σε δικαιωματικό λόγο, σε προοδευτική ευαισθησία, σε πολιτισμική εγρήγορση.
Και έτσι γεννήθηκε το πιο επικίνδυνο φαινόμενο της εποχής μας: η ανθρωποφαγία με δημοκρατικό λεξιλόγιο.Η κατάντια παραμένει ίδια!
Η πιο επικίνδυνη πλάνη της εποχής μας δεν είναι η παραπληροφόρηση. Είναι η ψευδαίσθηση ότι η ταχύτητα ισοδυναμεί με αλήθεια. Ότι επειδή διαβάσαμε κάτι πρώτοι, το γνωρίζουμε καλύτερα. Ότι επειδή αισθανθήκαμε αγανάκτηση, έχουμε ήδη καταλάβει τι συνέβη.
Μια ώριμη κοινωνία δεν φοβάται την αβεβαιότητα. Την αντέχει μέχρι να μιλήσουν τα στοιχεία. Αναγνωρίζει ότι η υπεράσπιση των θεσμών δεν είναι χάρη προς τον εκάστοτε κατηγορούμενο, αλλά ασπίδα για κάθε πολίτη που μπορεί κάποτε να βρεθεί αντιμέτωπος με τη δύναμη της δημόσιας κατηγορίας.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν συμφωνούμε με ένα πρόσωπο ή αν μας προκαλεί συμπάθεια. Είναι αν πιστεύουμε ότι οι κανόνες πρέπει να ισχύουν ακόμη και όταν η οργή του πλήθους ζητά να παρακαμφθούν.
Αν η απάντηση είναι «όχι», τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι θεσμοί. Είναι ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο έχουμε μάθει να απονέμουμε δικαιοσύνη από την οθόνη μας. Και αυτό θα έπρεπε να μας ανησυχεί πολύ περισσότερο.
Η υπόθεση Λιγνάδη δεν αποκάλυψε μόνο τις αδυναμίες των θεσμών.
Αποκάλυψε την αδυναμία της κοινωνίας μας να αντέξει την αβεβαιότητα. Τη δική μας ανάγκη να καταδικάσουμε πριν μάθουμε τι συμβαίνει . Να μισήσουμε πριν μάθουμε.
Να εκτελέσουμε έναν άνθρωπο πριν κριθεί.
Και αυτή είναι η ντροπή της εποχής μας.



Leave a Reply